άξενος

-η, -ο (AM ἄξενος, -ον, ιων. κ. ποιητ. ἄξεινος, -ον)
αφιλόξενος
αρχ.
‘Αξεινος (ενν. πόντος)
αυτός που ονομάστηκε Εύξεινος κατ' ευφημισμόν (Πίνδαρος, Ευριπίδης).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἄξενος — inhospitable masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άξενος — η, ο επίρρ. α αφιλόξενος, επικίνδυνος: Ο τόπος όπου βρέθηκαν ήταν άξενος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἄξενος — Ἄξεινος masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξενωτάτων — ἄξενος inhospitable fem gen superl pl ἄξενος inhospitable masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξενον — ἄξενος inhospitable masc/fem acc sg ἄξενος inhospitable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξενωτάτους — ἄξενος inhospitable masc acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξενώτατοι — ἄξενος inhospitable masc nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξενώτερος — ἄξενος inhospitable masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξένοις — ἄξενος inhospitable masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀξένου — ἄξενος inhospitable masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.